Από το φανταστικό ημερολόγιο του Karl von Drais

Από το φανταστικό ημερολόγιο του Karl von Drais, Καρλσρούη 1817.

Δεν μπορώ να κοιμηθώ, νομίζω πως κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε αν βρισκόταν στην θέση μου. Γιατί έχω στο πλάι μου μια μηχανή, την δική μου μηχανή, το παιδί μου. Θα το ονομάσω “Μηχανή περπατήματος” αν και ενδόμυχα θα ήθελα να ονομαστεί Draisine μια μέρα, να πάρει το όνομά μου, όπως συμβαίνει με όλα τα παιδιά στον κόσμο. Γιατί μπορεί κάποιος να το κοιτάξει και να δεί μοναχά δυό ξύλινες ρόδες και ένα ξύλινο πλαίσιο, αλλά αυτό το ξύλο είναι τόσο μαλακό σαν σάρκα. Κι αν κάποιος πει πως μια μηχανή δεν έχει ψυχή, θα το κάνει γιατί δεν θα ξέρει πως του έβαλα την δική μου.

Περισσότερα...

Το τραγούδι της ανηφόρας

Κοίταξε μπροστά τον δρόμο που ανηφόριζε. Ο αχνός της ασφάλτου έκανε το τοπίο να χορεύει στα μάτια του. Δεν ακουγόταν τίποτα άλλο, εκτός από τα τζιτζίκια.

Είχε περάσει πολλή ώρα από την στιγμή που ξεκίνησε την ανάβασή του. Τα πόδια του τον καίγανε και όλο του το σώμα ήταν καλυμμένο με ιδρώτα. Αλλά το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του πως θα έφτανε στην κορυφή και θα έκανε τα πάντα για να κρατήσει αυτή του την υπόσχεση κι ούτε ο πόνος, ούτε ο ιδρώτας μπορούσαν να κάμψουν τον αγώνα του.

Περισσότερα...

25 χρόνια και μια νύχτα

Ο ήλιος έπεφτε βασανιστικά πάνω του και του έκαιγε το σβέρκο. Βρισκόταν περίπου στα μισά της διαδρομής του προς την κωμόπολη και, αν και οι μεγάλες ανηφόρες είχαν περάσει, είχε ακόμα πολύ περπάτημα. Σκέφτηκε να ξαποστάσει σε μια ελιά και να συνεχίσει όταν η ζέστη θα είχε υποχωρήσει, αλλά φοβόταν μήπως καθυστερήσει και τον πάρει η νύχτα, δεν ήξερε και καλά την διαδρομή... Και το χειρότερο ήταν πως του είχε τελειώσει το νερό και ο λαιμός του, κατάξερος, τον πονούσε φοβερά. Έτσι συνέχισε να σέρνει τα βήματά του στην καυτή άσφαλτο, ελπίζοντας πως θα συναντούσε κάποιο χωριό στην διαδρομή ή έστω κάποια πηγή.

Περισσότερα...

Οι καμπάνες

Άκουγε μονάχα τον ήχο της αλυσίδας του ποδηλάτου του. Στάθηκε και το ακούμπησε στον τοίχο. Στην συνέχεια πρόβαλε προσεκτικά το κεφάλι του πίσω από τον φαγωμένο από τις ριπές των όπλων, τοίχο. Ο δρόμος ήταν άδειος από κόσμο, γεμάτος, από πέτρες και τούβλα. Μια πλαστική σακούλα περιφερόταν με έναν αργό κυκλικό ρυθμό. Ο αέρας μύριζε όπως κάθε πρωινό, μπαρούτι και καμένο πλαστικό.

Περισσότερα...

Η πρώτη μέρα

- Συμβαίνει.

- Μα πως είναι δυνατόν; Εγώ πάντοτε πίστευα, να, πίστευα πως άγγελοι δεν υπάρχουν...

- Μπορεί όταν το πίστευες, άγγελοι για εσένα να μην υπήρχαν. Μπορεί να είχες δίκιο.

- Και τότε, γιατί τώρα; Ποιος ο λόγος να περνάει ένας άνθρωπος όλη του τη ζωή, μην πιστεύοντας σε πράγματα που δεν είναι ορατά και τώρα, τώρα που πλησιάζει στο τέλος της ζωής του, να ανακαλύπτει πως τόσα χρόνια σπατάλησε την ζωή του με λάθος τρόπο; Λες πως είσαι άγγελος και λες ακόμα πως ότι ζω συμβαίνει, δεν το ονειρεύομαι. Κι εμφανίζεσαι μπροστά μου για να μου δώσεις κάτι που θα έχω χάσει μέχρι αύριο το πρωί;

Περισσότερα...